Κατά το πρώτο έτος υλοποίησης του έργου πραγματοποιήθηκαν όλες οι απαραίτητες μετρήσεις και ενέργειες για την έναρξη και εγκατάσταση του μικρομετεωρολογικού δικτύου στις περιοχές μελέτης. Τον Ιούνιο του 2023, μέλη της ερευνητικής ομάδας του Εργαστηρίου Γενικής και Γεωργικής Μετεωρολογίας (Αικ. Χρονοπούλου, Αθ. Καμούτσης) επισκέφθηκαν τις γεωργικές περιοχές της Κρύας Βρύσης Γιαννιτσών και τις αμπελουργικές περιοχές της Καβάλας. Σκοπός της επίσκεψης ήταν ο εντοπισμός κατάλληλων θέσεων και η εγκατάσταση καταγραφικών οργάνων, από όπου ξεκίνησε η συνεχής καταγραφή, συλλογή και επεξεργασία μικρομετεωρολογικών παραμέτρων, η οποία συνεχίζεται έως σήμερα.
Τον Απρίλιο του 2024, μετά από διαγωνιστική διαδικασία, το Εργαστήριο προμηθεύτηκε δύο πλήρεις τηλεμετρικούς μετεωρολογικούς σταθμούς, οι οποίοι χρησιμοποιούνται ως σημεία αναφοράς για τον υπολογισμό χωρικών αποκλίσεων των υπό μελέτη παραμέτρων. Παράλληλα, αποκτήθηκαν 26 νέα καταγραφικά όργανα για θερμοκρασία, σχετική υγρασία και διύγρανση φυλλώματος, καθώς και ο απαιτούμενος συμπληρωματικός εξοπλισμός, εξασφαλίζοντας πυκνή και αξιόπιστη κάλυψη των περιοχών ενδιαφέροντος.
Η ερευνητική ομάδα πραγματοποίησε νέα επίσκεψη στις περιοχές μελέτης για τον έλεγχο ορθής λειτουργίας των ήδη εγκατεστημένων οργάνων, καθώς και για την τοποθέτηση του νέου εξοπλισμού. Ο νέος εξοπλισμός παρέχει τη δυνατότητα καταγραφής, εκτός από θερμοκρασία και σχετική υγρασία, δεδομένων που αφορούν τη διύγρανση του φυλλώματος και άλλες κρίσιμες παραμέτρους, οι οποίες θα συμβάλουν στην εξαγωγή των πρώτων ερευνητικών αποτελεσμάτων.
Παρά τις καθυστερήσεις που παρουσιάστηκαν στην προμήθεια του επιστημονικού εξοπλισμού λόγω της υποχρεωτικής διενέργειας ανοικτού διαγωνισμού, η υλοποίηση του έργου δεν επηρεάστηκε ουσιαστικά. Η άμεση διάθεση παλαιότερου εξοπλισμού από το Εργαστήριο εξασφάλισε την απρόσκοπτη συλλογή δεδομένων μέχρι την εγκατάσταση των νέων οργάνων.
Στο τρέχον στάδιο του έργου συνεχίζονται οι συστηματικές επισκέψεις της ερευνητικής ομάδας στις περιοχές μελέτης για επιτόπιες μετρήσεις, λήψη δεδομένων και έλεγχο της λειτουργίας των οργάνων. Ταυτόχρονα πραγματοποιείται επεξεργασία των δεδομένων από τα αυτόνομα καταγραφικά. Στην Κρύα Βρύση αναπτύσσεται μεθοδολογία χωρικής κατανομής των ελάχιστων θερμοκρασιών με στόχο τον εντοπισμό περιοχών έντονου ψύχους και θυλάκων παγετού ακτινοβολίας, οι οποίοι είναι εξαιρετικά επιβαρυντικοί για τη νέα βλάστηση. Στην Καβάλα γίνεται αντίστοιχα επεξεργασία των δεδομένων για τη δημιουργία μοντέλου πρόβλεψης εστιών εκδήλωσης μυκητολογικών ασθενειών, με έμφαση στον περονόσπορο.
Κατά το τρίτο έτος του έργου (διάρκειας περίπου τεσσάρων μηνών) ολοκληρώθηκε η ανάπτυξη και ο έλεγχος αξιοπιστίας των δύο βασικών μοντέλων:
– του μοντέλου πρόβλεψης θυλάκων παγετού στην Πέλλα και
– του μοντέλου εντοπισμού εστιών υψηλού κινδύνου περονόσπορου στην Καβάλα (ΕΕ3).
Στο πλαίσιο της διάχυσης (ΕΕ5) δημιουργήθηκε η επίσημη ιστοσελίδα του έργου, παρήχθη ενημερωτικό υλικό και μέλη της Ερευνητικής Ομάδας συμμετείχαν σε έκθεση και συνέδριο όπου παρουσιάστηκαν αναλυτικά τα αποτελέσματα.
Ολοκληρώθηκε επίσης ο συντονισμός του έργου (ΕΕ4), πραγματοποιήθηκαν οι απαιτούμενες τροποποιήσεις στο Επιχειρησιακό Σχέδιο και στις επιλέξιμες δαπάνες, ενώ υποβλήθηκαν όλα τα αιτήματα πληρωμής μετά τον σχετικό έλεγχο του ορκωτού λογιστή (ΕΕ6).
Το έργο υλοποίησε πλήρως όλα τα στάδια που προβλέπονταν. Ο βασικός του στόχος ήταν η χωρική κατανομή μικρομετεωρολογικών παραμέτρων για τον εντοπισμό θυλάκων παγετού και εστιών ανάπτυξης μυκητολογικών παθογόνων. Για τη μεθοδολογία αυτή αξιοποιήθηκαν δεδομένα από δύο μετεωρολογικούς σταθμούς και τουλάχιστον 30 αυτόνομα καταγραφικά όργανα. Με τη συνεχή καταγραφή των παραμέτρων και τη χρήση κινητής μονάδας πραγματοποιήθηκε εκτίμηση θερμοκρασιών σε μεγάλο αριθμό θέσεων.
Για το μοντέλο πρόγνωσης των ελάχιστων θερμοκρασιών στην Κρύα Βρύση εφαρμόστηκαν τεχνικές χωρικής παρεμβολής, ενσωματώνοντας δεδομένα από τον τηλεμετρικό σταθμό αναφοράς και δημιουργώντας χάρτες χωρικής κατανομής των ελάχιστων θερμοκρασιών σε πραγματικό χρόνο. Αντίστοιχα, στην Καβάλα αναπτύχθηκε μοντέλο εντοπισμού θέσεων υψηλού κινδύνου για περονόσπορο, χρησιμοποιώντας δεδομένα θερμοκρασίας, σχετικής υγρασίας και βροχόπτωσης από τον σταθμό αναφοράς και θερμοϋγρομετρικά δεδομένα από τα αυτόνομα καταγραφικά. Με γεωχωρική παρεμβολή καλύφθηκε το σύνολο της περιοχής μελέτης και υπολογίστηκαν οι χωρικές αποκλίσεις των παραμέτρων από το σημείο αναφοράς.
Τα μοντέλα που αναπτύχθηκαν επιτρέπουν στο εξής τον προσδιορισμό, σε πραγματικό και μελλοντικό χρόνο, των θερμοϋγρομετρικών συνθηκών και κατ’ επέκταση την πρόβλεψη σημείων εκδήλωσης παγετού και μυκητολογικών ασθενειών στις αγροτικές περιοχές των δύο νομών.
Τα αποτελέσματα του έργου παρουσιάστηκαν μέσω ιστοσελίδας, συνεδρίου, έκθεσης και ενημερωτικών φυλλαδίων, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη διάχυση της γνώσης και στην αξιοποίησή της από παραγωγούς, γεωτεχνικούς και εμπλεκόμενους φορείς.